αἱμυλίᾳ

αἱμυλίαι , αἱμυλία
wheedling
fem nom/voc pl
αἱμυλίᾱͅ , αἱμυλία
wheedling
fem dat sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἱμυλία — αἱμυλίᾱ , αἱμυλία wheedling fem nom/voc/acc dual αἱμυλίᾱ , αἱμυλία wheedling fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιμυλία — αἱμυλία, η (Α) [αἱμύλος] θελκτικός, χαριτωμένος τρόπος, αλλά και πονηριά …   Dictionary of Greek

  • αἱμυλίας — αἱμυλίᾱς , αἱμυλία wheedling fem acc pl αἱμυλίᾱς , αἱμυλία wheedling fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμυλίαν — αἱμυλίᾱν , αἱμυλία wheedling fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμυλίαις — αἱμυλία wheedling fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιμύλος — αἱμύλος, η, ον και ος, ον (Α) 1. (συνήθως για λέξεις, λόγια κ.λπ.) κολακευτικός, θελκτικός, χαριτωμένος 2. (για ανθρώπους) δόλιος, πανούργος 3. με την προηγούμενη σημασία στον Αριστοφ. για την αλεπού (πρβλ. νεοελλ. φρ. «είναι αλεπού», δηλαδή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.